Πώς να μιλάω στο παιδί μου; (Μερος Α’)

Πώς να μιλάω στο παιδί μου; (Μερος Α’)

Ο τρόπος που μιλάμε στα παιδιά μας, είναι αυτός που καθορίζει, τον τρόπο που μας απαντούν, και τον τρόπο που θα μιλούν στους γύρω τους. Πολλές μητέρες συχνά παραπονιούνται πως τα παιδιά τους δεν τους ακούνε. Αυτό έχει να κάνει με τον τρόπο που τους μιλάμε, και τους απευθύνουμε το λόγο, και όχι τόσο με το περιεχόμενο της συζήτησης.

Υπάρχουν τρεις διαφορετικοί τρόποι που οι γονείς μιλάνε στα παιδιά τους. Ο πρώτος είναι επιθετικός, όπου οι γονείς φωνάζουν και χρησιμοποιούν άσχημες λέξεις και κριτική. Σε αυτήν την περίπτωση, τα παιδιά είτε, αντιδρούν και αυτά με φωνές, είτε κλείνονται στον εαυτό τους απο φόβο, είτε εκνευρίζουν με διάφορους τρόπους τους γονείς τους, και τους αγνοούν.

Ο δεύτερος τρόπος επικοινωνίας είναι παθητικός, σε βαθμό που τα παιδιά κάνουν ότι θέλουν. Οι γονείς αυτοί μιλάνε πολύ σιγά, και με ευγένεια, μέχρι τη στιγμή που ξεσπάνε σε φωνές. Ο τρίτος, και βασικά ο πιο αποτελσματικός τρόπος επικοινωνίας είναι δυναμικός και συγχρόνως διεκδικητικός. Αυτό σημαίνει πως ο γονιός είναι σταθερός και συνεπής στην επικοινωνία του με το παιδί. Είναι σαφής, θετικός, και με αυτοπεποίθηση. Δείχνει έτσι στο παιδί πως οι γονείς του γνωρίζουν πολύ καλά τι είναι προς οφελός του και το λένε απο φροντίδα. Το παιδί λοιπόν με τη σειρά του εμπιστεύεται το γονιό και τις γνώσεις του. Είναι δύσκολο να το επιτύχει κανείς αυτό και χρειάζεται συγκεκριμένη τεχνική.

Χρειάζεται πριν ξεκινήσετε να μιλάτε στο παιδί σας να του έχετε τραβήξει την προσοχή φωνάζοντάς το με το όνομα του, και μόνο όταν σταματήσει το παιχνίδι και γυρίσει να σας κοιτάξει να του πείτε αυτό πού θέλετε. Το οποίο σημαίνει πως χρειάζεται να κοιτάει ο ένας τον άλλον όταν του μιλάτε. Αν το παιδί σας είναι μικρό τότε γονατίστε για να μπορεί να σας κοιτάει στα μάτια και μετά μιλήστε του.

Αντί να του λέτε τι δεν μπορεί να κάνει, το οποίο θα καταγράφετε στον εγκέφαλο, πείτε του τι μπορεί να κάνει, π.χ. μην πείτε, “δεν τρέχουμε μέσα στο σπίτι”, αλλά πείτε, “μέσα στο σπίτι περπατάμε”. Μην χρησιμοποιείτε λέξεις που μπορεί να το κάνουνε να νιώθει άσχημα, όπως, π.χ. “είσια κακό παιδί”. Το μόνο που καταφέρνεται με αυτήν την ομιλία είναι να κάνετε το παιδί σας να νιώθει άχρηστο. Προσπαθείστε να λέτε τα θετικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του και να ενδυναμώνεται αυτά, όπως, π.χ. “μάζεψες πολύ καλά τα παιχνίδια σου”. Με το τρόπο αυτόν αυξάνεται την αυτοπεποιήθηση του.

Μην φωνάζεται όταν μιλάτε στο παιδί σας, διότι το αποτέλεσμα θα είναι σίγουρα κάποια στιγμή να σας αγνοήσει τελείως και δεν θα ακούει τίποτα απο αυτά που του λέτε. Ιδιαίτερα αν φωνάζει και ουρλιάζει το ίδιο, περιμένετε μέχρι να ηρεμήσει και μιλήστε του τότε. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν θα φωνάξετε ποτέ. Ισα ίσα, όταν ένας γονιός σπάνια φωνάζει, σημαίνει πως, το παιδί θα τον προσέξει και θα τον ακούσει αμέσως διότι δεν είναι συνηθισμένο σε τέτοιου είδους συμπεριφορά! Δείχνετε επίσης το απαραίτητο σεβασμό και του μαθαίνετε να σέβεται και αυτό τους γύρω του. Να μην φωνάζει απο το ένα δωμάτιο στο άλλο κτλ…

Προτέινετε στο παιδί σας επιλογές και εναλλακτικές λύσεις. Αντί να του πείτε να μαζέψει τα αυτοκινητάκια του, πείτε “αναρωτιέμαι που μπορεί να βάλεις τα αυτοκινητάκια σου, ώστε να μην τα χάσεις και χαλάσουνε?”. Χρειάζεται να καταλάβει επίσης, μέσο αυτής της επικοινωνίας πως έιναι προς οφελός του να σας ακούσει, π.χ., “όταν ντυθείς θα πάμε για παγωτό”, ή “όταν τελειώσεις την εργασία σου τότε μπορεί να δεις τηλεόραση”.

Η ομιλία σας, και οι οδηγίες σας πρέπει να είναι ανάλογες της ηλικίας του παιδιού και να μην είναι περίπλοκες. Όσο πιο απλά μιλάτε τόσο πιο εύκολα θα σας καταλαβαίνουνε τα παιδιά σας.